Language Switcher

slide1.jpgslide2.jpgslide4.jpgslide5.jpgslide6.jpgslide7.jpg

Ιωάννης Σταυριανός

Των Άκη Θεοδώρου και Χρήστου Πουγιούκκα

Είναι ιστορικό γεγονός ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Από τα διάφορα έγγραφα ή πηγές που σώζονται, μαρτυρείται η επώνυμη συμμετοχή 500 περίπου Κυπρίων, ενώ γίνεται επίσης αναφορά σε ομάδες Κυπρίων που έδρασαν κάτω από διάφορους αρχηγούς ή αυτόνομα. Χαρακτηριστική είναι η σημαία ομάδας Κυπρίων που σώζεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας πάνω στην οποία αναγράφεται με ανορθογραφίες « Σημαία Ελληνική Πάτρης Κύπρου». Οι αναφορές αυτές επιτρέπουν σε κάποιους μελετητές να υπολογίζουν την κυπριακή συμμετοχή σε 1000 περίπου αγωνιστές. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιηγητές υπολογίζουν τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου σε 80 με 100 χιλιάδες, τότε αριθμητικά η συμμετοχή της Κύπρου, ανάλογα με τον πληθυσμό της, είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κύπριου Αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 μπορεί να χαρακτηριστεί εκείνη του Ιωάννη Σταυριανού από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού, ο οποίος μάλιστα είναι και ο μοναδικός Κύπριος αγωνιστής που μας άφησε απομνημονεύματα. Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία», που κυκλοφόρησε το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, ο Σταυριανός περιγράφει με λεπτομέρειες τις μάχες των Αθηνών το 1826-1927 και την πολιορκία της Ακρόπολης. Αναφέρεται μάλιστα με σαφήνεια στο θάνατο του Καραισκάκη: «o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου ... Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους...».

Ο Ιωάννης Σταυριανός ήταν ευκατάστατος έμπορος από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού. Γεννημένος το 1804 έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Λεμεσό και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα με την Αίγυπτο. Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης μυήθηκε στην Αλεξάνδρεια στη Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη του αγώνα του 1821 στην Πελοπόννησο, έπλευσε στην Ελλάδα επικεφαλής ομάδας Κυπρίων Αγωνιστών, την οποία χρηματοδότησε ο ίδιος. Το 1825, επειδή εξαντλήθηκαν τα οικονομικά του, κατατάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του στο στρατόπεδο του τακτικού στρατού. Η σημαντική για την εποχή μόρφωσή του συνέτεινε στην ανέλιξή του από υπαξιωματικό σε αξιωματικό. Έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν γύρω από την Αθήνα του 1826-27 με αρχηγό τον Καραϊσκάκη. Συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον διέσωσε από την εκτέλεση ο αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή Χουσέιν Ντούλλας, που άγνωστο πότε τον άφησε ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής. Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα. Λίγο αργότερα συνταξιοδοτήθηκε και επιδόθηκε με επιτυχία στο εμπόριο. Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, στις 2 Μαρτίου 1887 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Το 1998, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου, έγινε κατορθωτή η ανακομιδή των οστών του Ιωάννη Σταυριανού από την Αθήνα στη γενέτειρά του Λόφου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε οστεοφυλάκιο. Στα χέρια των τελευταίων απογόνων του βρίσκονται αρκετά κειμήλια όπως τα όπλα του, η στρατιωτική στολή του, διάφορα έγγραφα του αγώνα και τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του.

 

Του Μάριου Επαμεινώνδα

 

Είναι το 1822 και στα νερά μεταξύ Σύμης και Ρόδου ένα καράβι υπό ρωσική σημαία δέχεται επίθεση από πειρατές της περιοχής. Ο καπετάνιος και οι επιβάτες θα πρέπει να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις. Είτε να παραδοθούν αμαχητί, με βέβαιη απώλεια της περιουσίας τους και πιθανότητα σφαγής ή εξανδραποδισμού, είτε να αντισταθούν. Ένας ενθουσιώδης Κύπριος έφηβος που επιβαίνει του πλοίου ενθαρρύνει τους συνεπιβάτες του να επιλέξουν το δεύτερο. Ορκισμένος να αφιερώσει τη ζωή του σ’ έναν ιερό σκοπό, θα έκανε τα πάντα για να μην επιτρέψει σε κανένα να του φράξει τον δρόμο προς τον προορισμό του. Είναι ο Ιωάννης Σταυριανός από τη Λόφου, ο οποίος μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, ταξιδεύει για να ενωθεί με τους επαναστατημένους Έλληνες και να πολεμήσει για την απελευθέρωση του γένους. Οι άλλοι επιβαίνοντες στο καράβι, που είναι κι αυτοί «αφιερωμένοι στον Άρη» και έχουν τον ίδιο προορισμό με τον Σταυριανό, δεν αργούν να πάρουν τα άρματά τους και να τρέψουν τους πειρατές σε άτακτη φυγή.
 
Η ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ
Ο Ιωάννης Σταυριανός είχε «κατηχηθεί στα μυστήρια της Επανάστασης», όταν βρισκόταν για δουλειές με τον έμπορα πατέρα του στην Αλεξανδρέττα το 1821, σε ηλικία μόλις 17 χρόνων. Επιστρέφοντας στην Κύπρο ανακαλύπτουν ότι η κινητή τους περιουσία είχε διαρπαγεί από Τούρκους, οπότε ο πατέρας του πεθαίνει απόπληκτος. Τότε, ο νεαρός Ιωάννης αποφασίζει να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια, όπου στρατολογεί και εξοπλίζει με την περιουσία που του απέμεινε άλλους επτά ομογενείς. Μαζί με άλλους ομοϊδεάτες τους, ναυλώνουν πλοίο και ξεκινούν για να λάβουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση. Η απόκρουση των πειρατών στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια προς την Ελλάδα, ήταν απλά ένα επεισόδιο της πολυτάραχης ζωής του Σταυριανού, η οποία επιβεβαιώνει τη φράση πως «καμιά φορά η φαντασία ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα».
 
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΚΙΟΥΤΑΧΗ
Ο Σταυριανός εντάχθηκε πρώτα στο μπουλούκι του καπετάν Τζιώρτζη του Κύπριου. Ακολούθως, το 1825, κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό της «Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας», υπό τις διαταγές του Γάλλου φιλέλληνα συνταγματάρχη
Fabvier (Φαβιέρου). Ως τακτικός στρατιώτης, ο Σταυριανός έλαβε μέρος σε μια σειρά από μάχες, που διεξήχθησαν στην Αττική από τον Αύγουστο του 1826 μέχρι τον Μάιο του 1827. Στις μάχες αυτές, οι Έλληνες επιδίωκαν να σπάσουν την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών από τον στρατό του Σουλτάνου. Εκεί, ο Σταυριανός βρέθηκε να πολεμά απέναντι στον στρατό του τρομερού Οθωμανού στρατηγού και μετέπειτα Μέγα Βεζύρη, Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, άλλως Κιουταχή, και στο πλευρό θρυλικών μορφών της ελληνικής επανάστασης, όπως ο Καραϊσκάκης και ο Μακρυγιάννης. Υπήρξε, μάλιστα, μάρτυρας του θανάσιμου τραυματισμού του Καραϊσκάκη, ο οποίος σύμφωνα με τον Σταυριανό προήλθε από φίλια πυρά. Το Κερατσίνι, το Χαΐδάρι, το Φάληρο και άλλες περιοχές της πυκνοκατοικημένης σήμερα Αττικής υπήρξαν το θέατρο άγριων συγκρούσεων, στις οποίες οι επαναστατημένοι Έλληνες πολέμησαν κυριολεκτικά μέχρι τελικής πτώσεως.
 
«ΑΡΧΙΖΕΙ ΚΡΕΟΥΡΓΙΑ»
Σε αυτοβιογραφικό κείμενο* του Σταυριανού, που εκδόθηκε αρκετά χρόνια μετά, περιγράφονται με δραματικό τρόπο περιστατικά των μαχών: «Αδειάζουν οι Έλληνες τα όπλα των [..] τα ρίπτουν εις τη γην και παίρνουν τα πιστόλας [..] κενώνουν τας δύο πιστόλας των [..] οι εχθροί πίπτουν σωρηδόν [..] σύρουν τας μάχαιρας και αρχίζει διά των μαχαίρων κρεουργία. Με την εισβολή του ιππικού (του Κιουταχή) επυκνώθησαν εις τοιούτο τρόπον Έλληνες και Τούρκοι ώστε δεν εδούλευε το γιαταγάνι. Κανείς από τη θέση του δεν μετατοπίσθη αλλ’ έσφαζον και εσφάζοντο και πολλοί τούτων ήρχοντο εις χείρας και εγρονθοκοπούντο [..] εκατέρωθεν εμάχοντο μέχρι της τελευταίας αναπνοής».
 
ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ
Οι μάχες στην Αττική το 1827, παρ’ ολίγο να έχουν μοιραία κατάληξη τόσο για τον Σταυριανό όσο και για την επανάσταση. Ο στρατός του Κιουταχή κατίσχυσε πλήρως των Ελλήνων, κατέλαβε την Ακρόπολη και εξάλειψε σχεδόν κάθε εστία αντίστασης στη Στερεά Ελλάδα. Ο Σταυριανός πιάστηκε αιχμάλωτος, έγινε μάρτυρας φρικτών βασανιστηρίων και είδε τους συγκρατούμενούς του να εκτελούνται ο ένας μετά από τον άλλο, πριν διασωθεί απροσδόκητα από έναν «ευγενέστατο και φιλέλληνα» αξιωματικό του Κιουταχή. Εν τω μεταξύ, η κυριαρχία του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα, σε συνδυασμό με τη δράση του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο, έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι η Ελληνική Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια… Πριν σβήσει, όμως, δικαιώνοντάς τους, πρόλαβε να κινητοποιήσει τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας, οι οποίες έστερξαν προς υποστήριξη των επαναστατών. Οι δυνάμεις αυτές με τον στόλο τους καταναυμάχησαν, την ίδια χρονιά, τον στόλο του Ιμπραήμ Πασά, στη γνωστή ναυμαχία του Ναβαρίνου και επέβαλαν την αναγνώριση του ελληνικού κράτους στον απρόθυμο Σουλτάνο.
 
ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ
Ο Σταυριανός κατέφερε να δει την Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος. Έφτιαξε οικογένεια και ρίζωσε στη χώρα για τη δημιουργία της οποίας έχυσε, κυριολεκτικά, το αίμα του. Έζησε την επέκταση των συνόρων της και ήταν παρών στις δύσκολες προσπάθειες για την εσωτερική της ανασυγκρότηση. Όχι ως απλός θεατής, ούτε χωρίς απογοητεύσεις. Εργάστηκε και ανέλαβε υψηλά αξιώματα στη χωροφυλακή, συμμετείχε σε μεταρρυθμιστικά κινήματα και πλήρωσε τίμημα γι’ αυτό, και διέπρεψε στο εμπόριο πριν πεθάνει, το 1882. Θάφτηκε στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών, όμως, δεν ήταν εκείνη «η τελευταία του κατοικία». Το 1998, ένας κύκλος, που είχε ανοίξει πριν 176 χρόνια στην ορεινή Λεμεσό, έμελλε να κλείσει. Τα οστά του Σταυριανού μετακομίστηκαν στη γενέτειρά του με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου. Η άφιξη των οστών του Σταυριανού στον τόπο που γεννήθηκε, συνέπεσε και με την αναγέννηση του χωριού του. Η Λόφου, που από τη δεκαετία του 1960 είχε σχεδόν ερημωθεί, άρχισε να αναζωογονείται με ραγδαίους ρυθμούς, μετατρεπόμενη σε ένα ελκυστικό αγροτουριστικό θέρετρο. Σήμερα, ένα σεμνό μνημείο στην αυλή του δημοτικού σχολείου, καλεί τους όλο και περισσότερους επισκέπτες να φέρουν στο μυαλό τους τον άντρα που η Λόφου θεωρεί, δικαιολογημένα, άξιο τέκνο της.
 
 Το παραμύθι που έφαγε ο Κιουταχής
Από τους 120 Έλληνες αιχμαλώτους που συνελήφθηκαν στην τελευταία μάχη πριν από την επικράτηση του Κιουταχή γλίτωσαν μόνο τρεις. Ο στρατηγός Καλλέργης πληρώνοντας λύτρα, ένας Κρητικός που αλλαξοπίστησε, και ο Σταυριανός, λόγω μια ανέλπιστης στροφής της τύχης… Ο Αρβανίτης αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή, Χουσεΐν Ντούλλα, είχε πρόσφατα χάσει έναν Έλληνα υπηρέτη του, ο οποίος δραπέτευσε και έψαχνε να βρει αντικαταστάτη ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Εντόπισε τον καταταλαιπωρημένο Σταυριανό και τον οδήγησε στον Κιουταχή, για να ζητήσει άδεια να τον πάρει στην υπηρεσία του. Το αίτημα ενώπιον του Πασά δεν το υποστήριξε ο Αρβανίτης, ο οποίος ήξερε μόνο υποτυπώδη τουρκικά, αλλά ο ίδιος ο Σταυριανός! Η εξαιρετική γνώση της τουρκικής γλώσσας που είχε, του επέτρεψε όχι μόνο να πουλήσει ένα παραμύθι στον Κιουταχή λέγοντας ότι τάχα δεν ήταν στρατιώτης, μα υπηρέτης του αρχηγού του τακτικού στρατού, αλλά και να τον κολακεύσει για τα ελεήμονα αισθήματά του. Στο άκουσμα των λόγων του Σταυριανού, ο σκληρός Οθωμανός στρατηγός μειδίασε και αποδέχτηκε το αίτημα, ξεστομίζοντας ένα «Άι σιχτίρ» για κατευόδιο. Η απόφασή του ήταν απροσδόκητη, αφού είχε πρόσφατα διαμηνύσει στον Ντούλλα «ότι από 7 χρονών και πάνω δεν θα αφήσει ουδένα (αιχμάλωτο ζωντανό)». Άλλαξε γνώμη, προφανώς για να ικανοποιήσει τον συνεργάτη του, ενδεχομένως και επειδή του έκανε εντύπωση ο ευπροσήγορος Σταυριανός. Ίσως πάλι να συνηγόρησε στη λύτρωση του νεαρού Έλληνα και κάποια φωνή από το παρελθόν του αμείλικτου Πασά. Μια φωνή, από τη σύντομη παιδική του ηλικία, πριν από το παιδομάζωμα, όταν ζούσε μαζί με τον ελληνορθόδοξο ιερέα πατέρα του κάπου στη Γεωργία…